Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Κονστρουκτιβισμός: Παλιές απόψεις σε νέο περιτύλιγμα

της Μαργαρίτας Κουσαθανά*

Η αστική Διδακτική χρησιμοποιεί βαρύγδουπες φιλοσοφικές αναφορές στην προσπάθεια να προσδώσει ακαδημαϊκό της βάρος στις υποτιθέμενες «καινοτομίες» της. Και όμως, τίποτε πέρα από αναπαλαίωση των ήδη γνωστών σχολών της αστικής Παιδαγωγικής και Φιλοσοφίας. Νεοθετικισμός-πραγματισμός, η επιστήμη στην υπηρεσία της αποσπασματικής μάθησης, της στρέβλωσης της πραγματικότητας, της χειραγώγησης της μαθητικής συνείδησης.
Μια τέτοια προσπάθεια συνιστά και ο «κονστρουκτιβισμός» («εποικοδομισμός»), που εισάγεται με τη μορφή της θεωρίας της μάθησης για να στηρίξει τα δήθεν «νέα-εναλλακτικά μοντέλα» της «ενεργητικής», της «ανακαλυπτικής», της «ομαδοσυνεργατικής» κλπ. μάθησης. Οι οπαδοί του ισχυρίζονται ότι ο μαθητής «οικοδομεί» τις δικές του, υποκειμενικές «γνώσεις» σχετικά με το περιεχόμενο του μαθήματος.
Ο κονστρουκτιβισμός αρνείται τη δυνατότητα των ανθρώπων να γνωρίσουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Θεωρεί ότι ο καθένας, είτε μόνος του είτε σε συμφωνία με άλλους, «κατασκευάζει» τα δικά του νοητικά «σχήματα». Επανεμφανίζεται λοιπόν σε μοντέρνα συσκευασία ο παμπάλαιος υποκειμενικός ιδεαλισμός, στον αντίποδα πάντα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας της αντανάκλασης.
            Γιατί έγινε της μόδας μια αγνωστικιστική-σχετικιστική θεωρία, όπως ο «κονστρουκτιβισμός», στην εκπαίδευση την εποχή των αλμάτων της επιστήμης; Όχι τυχαία! Αμφισβητώντας ουσιαστικά την επιστημονική γνώση οδηγεί τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές τους στη συσκότιση ή στην απόρριψη των νομοτελειών της φύσης και της κοινωνίας. Έτσι αφαιρεί το λογικό έδαφος κάτω από τα πόδια τους, προϋπόθεση για την επιτυχή δραστηριότητά τους υπονομεύοντας ακριβώς το ρόλο του συνειδητού υποκειμενικού παράγοντα της αγωγής και της κοινωνικής εξέλιξης.
Το παρακάτω άρθρο παρουσιάζει κριτικά τον «κονστρουκτιβισμό» από τη σκοπιά του διαλεκτικού-ιστορικού υλισμού. Εξετάζει την εφαρμογή του στη διδακτική πράξη και στέκεται στις επιπτώσεις του στη συνείδηση των μαθητών. Αποκαλύπτει έτσι την αντιδραστική ουσία των «καινοτομιών» που υλοποιούν τη συντηρητική αναδιάρθρωση στο επίπεδο της διδακτικής διαδικασίας.



Στην ελληνική βιβλιογραφία ο όρος κονστρουκτιβισμός αναφέρεται ως “εποικοδόμηση της γνώσης”, “εποικοδομητισμός”, “δομισμός”, “εποικοδομισμός”, “αναπλαισίωση”, κ.α. Θα χρησιμοποιήσω στο παρόν άρθρο τον όρο κονστρουκτιβισμό, διότι οι παραπάνω εκδοχές απόδοσης του όρου στην ελληνική γλώσσα δεν αντανακλούν τις φιλοσοφικές βάσεις του, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο παραπλανητικές εντυπώσεις για το τι πραγματικά είναι.

Η επιρροή του κονστρουκτιβισμού
Ο κονστρουκτιβισμός αποτελεί αντικείμενο πολυάριθμων ερευνητικών συνδιασκέψεων και άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά, με συνέπεια να ασκεί μια σημαντική θεωρητική επιρροή στην εκπαίδευση των Φυσικών Επιστημών και των Μαθηματικών, κατέχοντας κυρίαρχο ρόλο σε πολλά “μεταρρυθμιστικά” και “επιμορφωτικά” προγράμματα. Αν και ο κονστρουκτιβισμός ξεκίνησε ως θεωρία της μάθησης, μεταλλάσσεται σταδιακά σε μια ενοποιημένη θεωρία  για τη γνώση.
Πόσο σημαντική κρίνεται η θεωρία του κονστρουκτιβισμού για το σχεδιασμό της εκπαίδευσης των ΗΠΑ αναφέρεται από τον πρόεδρο της Αμερικάνικης Ένωσης της Έρευνας για τη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών (NARST): «Η ενοποίηση της σκέψης, της έρευνας, της ανάπτυξης προγραμμάτων σπουδών και της εκπαίδευσης δασκάλων σχεδιάζεται σύμφωνα με τις αρχές του κονστρουκτιβισμού... εκεί όπου ελλείπει η πολωμένη συζήτηση». 1 Ο πρόεδρος της NARST διατυπώνει με σαφήνεια ότι ο κονστρουκτιβισμός θεμελιώνει θεωρητικά τα προγράμματα σπουδών των ΗΠΑ και τις επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών, ενώ εκδηλώνει την προσδοκία του για ενοποιημένη θεώρηση των εκπαιδευτικών ζητημάτων και την ύπαρξη ομοφωνίας ανάμεσα στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας της Αμερικής σε ζητήματα έρευνας και σκέψης κι όλα αυτά κάτω από τη σημαία του κονστρουκτιβισμού. Η επιρροή των κονστρουκτιβιστών δεν είναι περιορισμένη μόνο στις ΗΠΑ. Το εθνικό πρόγραμμα σπουδών των Φυσικών Επιστημών της Νέας Ζηλανδίας (Αυστραλία) επηρεάζεται από τις θεωρίες και τις ιδέες των κονστρουκτιβιστών.2 Τα κρατικά έγγραφα για την εκπαίδευση στην Ισπανία, στην Αγγλία, στο Ισραήλ, στην Αυστραλία, στον Καναδά εμπεριέχουν σε διαφορετικό βαθμό τη σφραγίδα της θεωρίας των κονστρουκτιβιστών. 
Στη χώρα μας ο κονστρουκτιβισμός αποτελεί το κυρίαρχο ρεύμα Διδακτικής στα παιδαγωγικά τμήματα, στις φιλοσοφικές και φυσικομαθηματικές σχολές (στο γνωστικό πεδίο της Διδακτικής των Φυσικών Επιστημών, Μαθηματικών, Νέων Ελληνικών, Θρησκευτικών κ.ά.), ενώ θεμελιώνει τα επίσημα έγγραφα των τελευταίων “μεταρρυθμίσεων”, επηρεάζοντας τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων και συνιστώντας τη θεωρητική βάση των επιμορφωτικών προγραμμάτων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΠΕΚ, εξομοίωση δασκάλων). Τα “διαθεματικά” προγράμματα σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τις αρχές του κονστρουκτιβισμού προτρέποντας τους μαθητές ν’ αναπτύξουν την “προσωπική” τους άποψη και “το δικό τους κοσμοείδωλο”, όπως φαίνεται από εισήγηση του προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου: «η ∆ιαθεµατική Προσέγγιση, δηλαδή, η ολιστική κατάκτηση της γνώσης δίνει τη δυνατότητα στο µαθητή να συγκροτήσει ένα ενιαίο σύνολο γνώσεων και δεξιοτήτων που θα του επιτρέπει να αναπτύσσει προσωπική άποψη για θέµατα που σχετίζονται µεταξύ τους, µε ζητήµατα της καθηµερινής ζωής και να διαµορφώσει το δικό του κοσµοείδωλο, τη δική του κοσµοθεωρία και κοσµοαντίληψη».3  Τι σημαίνει για τους κονστρουκτιβιστές δημιουργία της προσωπικής, υποκειμενικής κοσμοαντίληψης είναι αναγκαίο να διερευνηθεί. Η ανάδειξη των φιλοσοφικών βάσεων του κονστρουκτιβισμού κρίνεται απαραίτητη, εφόσον το φιλοσοφικό υπόβαθρο είναι καθοριστικό για τη μόρφωση των μελλοντικών εκπαιδευτικών, οι οποίοι θα επηρεάσουν άμεσα την αντίληψη που αποκτούν οι μαθητές για τη φύση και την κοινωνία.

Διαστάσεις του κονστρουκτιβισμού
            Με δεδομένη τη διεθνή επιρροή του καθώς και την αγωνία όσων ερευνητών τον υποστηρίζουν, για παραπέρα ανάπτυξη του ρεύματος και την κυριαρχία του στην εκπαιδευτική πράξη, είναι αναγκαίο ακολουθώντας την ορολογία και τη μεθοδολογία  των οπαδών του να εξετάσουμε της διαστάσεις του κονστρουκτιβισμού, ώστε ν’ αναδειχθεί η κυρίαρχη φιλοσοφική του βάση.
Πώς παρουσιάζεται αυτή η “σύγχρονη” θεωρία για την εκπαίδευση; Ένας υποστηριχτής του ρεύματος ο Pépin αναφέρει: «… η άποψη των κονστρουκτιβιστών καθιστά πιθανή την ανάπτυξη ενός οράματος για όλα τα εκπαιδευτικά φαινόμενα, το οποίο όραμα έχει καθολικό χαρακτήρα  και είναι οξυδερκές». 4 Ο κονστρουκτιβισμός προβάλλεται σαν “σύγχρονη” εκπαιδευτική θεωρία που θα λύσει επιτυχώς όλα τα προβλήματα της εκπαίδευσης, από ζητήματα δηλαδή διδακτικής πράξης μέχρι και το ζήτημα της ίδιας της γνώσης· ένας άλλος υποστηριχτής του αναφέρει «... [ο κονστρουκτιβισμός] είναι μια μεταμοντέρνα θεωρία της γνώσης....».5 Το πόσο “μεταμοντέρνα” είναι ή το τι θεωρείται “μεταμοντέρνο” θα φανεί στη συνέχεια. Το εύρος του κονστρουκτιβισμού όμως ξεπερνά τα όρια της καθολικής “μεταμοντέρνας” θεωρίας για την εκπαίδευση, όταν διατυπώνονται απόψεις ιδεολογικού περιεχομένου με πολιτικές και ηθικές διαστάσεις, όπως: «..[ο κονστρουκτιβισμός] επίσης προσφέρει μια σφαιρική προοπτική στην έννοια της ανθρώπινης περιπέτειας, στον τρόπο που τα ανθρώπινα όντα δίδουν έννοια σε ολόκληρη στην ύπαρξή τους, προκειμένου να επιζήσουν και να προσαρμοστούν…».4 Ενώ στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπει και ένας άλλος κονστρουκτιβιστής: «Το να είναι κάποιος κονστρουκτιβιστής σημαίνει να χρησιμοποιεί τον κονστρουκτιβισμό ως αναφορά για τις σκέψεις και τις ενέργειες του. Δηλαδή, όταν σκέπτεται ή δρα, οι πεποιθήσεις που σχετίζονται με τον κονστρουκτιβισμό προϋποθέτουν υψηλότερες αξίες από άλλες πεποιθήσεις…».6 Οι ηθικές διαστάσεις του κονστρουκτιβισμού, σύμφωνα με τους υποστηριχτές του, είναι σε υψηλότερα επίπεδα από αντίπαλες εκπαιδευτικές θεωρίες. Και συνεχίζοντας οι κονστρουκτιβιστές μιλούν για την προσφορά του στους δασκάλους και τους εκπαιδευτικούς: « [ο κονστρουκτιβισμός προσφέρει] μια επιτακτική ηθική για την αποδόμηση παραδοσιακών αντικειμενικών αντιλήψεων για τη φύση της επιστήμης, των μαθηματικών και της γνώσης, για την αναδημιουργία των προσωπικών επιστημολογιών τους, των πρακτικών διδασκαλίας και των εκπαιδευτικών σχέσεων με τους σπουδαστές».7 Στόχος των κονστρουκτιβιστών, στο πλαίσιο της θεωρίας για τη γνώση, είναι η αποδόμηση των παραδοσιακών αντικειμενικών αντιλήψεων για τη φύση της επιστήμης και η αντικατάστασή τους από υποκειμενικές θεωρήσεις για το κόσμο και στην προσπάθειά τους αυτή επιστρατεύουν ηθικά ψευτοεπιχειρήματα. Δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσο είναι ηθικό ο κάθε δάσκαλος να δομεί τις προσωπικές του απόψεις για τη φύση και τη γνώση (αυτό εννοούν με τον όρο προσωπική επιστημολογία) και αυτό το γεγονός να καθίσταται ηθικά και επαγγελματικά δεοντολογικό. Με άλλα λόγια ο δάσκαλος ή ο καθηγητής των Φυσικών επιστημών θα δομεί την προσωπική του επιστημολογία για την εξέλιξη, και στο πλαίσιο αυτό θα έχει τη δυνατότητα στο μάθημα των Φυσικών Επιστημών να μη θεωρεί επιστημονική τη θεωρία του Δαρβίνου αλλά τη “δημιουργία”, όπως αναφέρεται στις “γραφές”· ή ο Χημικός, επειδή θεωρεί ότι η ατομική θεωρία εμπεριέχει υλιστικές απόψεις, να μη τη διδάσκει, και ο σχετικιστής  -αγνωστικιστής, επειδή όλα είναι σχετικά, να προτρέπει, π.χ. σε συνάντηση στο ΕΚΦΕ Ηλιούπολης, τους εκπαιδευτικούς να διδάξουν ότι το pΗ του λεμονιού μπορεί να είναι και βασικό!
Η κριτική στον κονστρουκτιβισμό σε διεθνές επίπεδο αποπροσανατολίζεται από τις πολλές όψεις που εμφανίζει, από τις ιδεολογικές, πολιτικές, ηθικές, γνωσιολογικές διαστάσεις –σύμφωνα με την ορολογία των κονστρουκτιβιστών– ενώ εγκλωβίζεται σε επιμέρους κριτικές. Η επιχειρηματολογία αναλώνεται στην κριτική των όρων που αναπτύσσονται εσωτερικά του από επιμέρους ρεύματα, ενώ τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι αδύναμα, εφόσον αποφεύγουν οι ερευνητές να ονομάσουν τα πράγματα με το όνομά τους. Αν στόχος τους είναι η αποδόμηση των “παραδοσιακών αντικειμενικών αντιλήψεων για τη φύση της επιστήμης”, δηλαδή η ύπαρξη ή όχι της αντικειμενικής πραγματικότητας, τότε η διαμάχη και η κριτική μεταφέρεται σε φιλοσοφικό επίπεδο, όπου όλες οι δήθεν “σύγχρονες και μεταμοντέρνες” θέσεις και οι δυσνόητοι όροι που χρησιμοποιούν αποκαλύπτεται πόσο “καινούριοι” είναι.
Η προσπάθεια ανάδειξης των φιλοσοφικών βάσεων του κονστρουκτιβισμού θα αποδείξει επιπρόσθετα ότι το υπόβαθρο της Παιδαγωγικής και των θεωριών μάθησης είναι η Φιλοσοφία, και προς αυτή την κατεύθυνση κυρίαρχα αλλά όχι μοναδικά πρέπει να στραφεί η κριτική. Ο διαχωρισμός άλλωστε σε παιδαγωγικές και διδακτικές διαστάσεις της διδασκαλίας, που επιχειρείται στον ελληνικό χώρο και διεθνώς, είναι τεχνητός και σκόπιμα δημιουργημένος, για να απενοχοποιηθούν τα διάφορα μοντέλα και προτεινόμενες τεχνικές διδασκαλίας από τη φιλοσοφία που εμπεριέχουν, έτσι ώστε να εμφανίζονται σαν ουδέτερα, πράγμα που όπως θα φανεί δεν ισχύει στην πραγματικότητα.

Φιλοσοφικές βάσεις του κονστρουκτιβισμού
Ο von Glasersfeld, ο σημαντικότερος θεωρητικός του κονστρουκτιβισμού, προσπαθώντας να θεμελιώσει τη “νέα” θεωρία αναφέρει: «…Η γνώση μας είναι χρήσιμη, σχετική, βιώσιμη, ή όπως αλλιώς θέλουμε να επικαλεστούμε το θετικό αποτέλεσμα της αξιολόγησης [της γνώσης], όταν αυτή στηρίζεται στην εμπειρία και μας καθιστά ικανούς στο να κάνουμε προβλέψεις, να προκαλέσουμε ή να αποφύγουμε, εάν χρειαστεί, ορισμένα φαινόμενα (δηλ. εμφανίσεις, γεγονότα, εμπειρίες)… Λογικά αυτό δεν μας δίνει καμία ένδειξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο αντικειμενικός κόσμος  υφίσταται, μόνο σημαίνει ότι ξέρουμε έναν βιώσιμο τρόπο για ένα στόχο [σχετικό με τη γνώση] που έχουμε επιλέξει, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις από τον εμπειρικό κόσμο μας. Δεν μας λέει τίποτα… για το πόσοι άλλοι βιώσιμοι τρόποι μπορεί να υπάρξουν».8 Αργότερα θα συμπληρώσει: «Η λέξη “γνώση” αναφέρεται σε προϊόντα που είναι ριζικά διαφορετικά της αντικειμενικής αναπαράστασης ενός ανεξάρτητου από τον παρατηρητή κόσμου… Αντ' αυτού η γνώση αναφέρεται στις εννοιολογικές δομές τις οποίες επιστημολογικοί παράγοντες θεωρούν βιώσιμες, στο δοσμένο εύρος της παρούσας εμπειρίας, στο πλαίσιο των παραδόσεων σκέψης και γλώσσας».9
            Ποιο είναι το σύγχρονο και μεταμοντέρνο στη θεώρηση του von Glasersfeld; Η στήριξη της γνώσης στην υποκειμενική εμπειρία μας θυμίζει τις παλιές γνώριμες φωνές των θετικιστών, που εκφράστηκαν αρχικά από το Compte (τέλη19ου με αρχές του 20ου αιώνα). Το κυριότερο χαρακτηριστικό των θετικιστών είναι ότι θέτουν για βάση τους μια θεωρία της γνώσης,  σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίσουμε είναι η ύπαρξη των αισθημάτων μας. Εντυπωσιασμένοι από το γεγονός ότι η γνώση πηγάζει από την εμπειρία παραβλέπουν ότι η ίδια η εμπειρία είναι προϊόν της πρακτικής αλληλεπίδρασης με τα εξωτερικά υλικά αντικείμενα και την αποκόπτουν από την εξωτερική πραγματικότητα αντιμετωπίζοντάς τη “καθεαυτή”, ως απόλυτη. Η γνώση που αποχτάμε μέσα από τις εμπειρικές  μεθόδους δε συνδέεται με τον αντικειμενικό κόσμο, όπως ο von Glasersfeld με αγωνία υποστηρίζει, αλλά έχει υποκειμενικό χαρακτήρα· δε μας δίνει μια όλο και πιο εμπεριστατωμένη εικόνα της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά συνδέεται μόνο με τις αισθητηριακές μας αντιλήψεις. Η γνώση σ’ αυτό το πλαίσιο υποβιβάζεται στο συσχετισμό και στην ταξινόμηση εμπειρικών δεδομένων - δηλαδή των άμεσων στοιχείων της εμπειρίας, των αισθημάτων - και όχι στη γνώση των αλληλεξαρτήσεων και των νόμων της κίνησης του αντικειμενικού κόσμου. Τα κυρίαρχα χαραχτηριστικά των απόψεων του von Glasersfeld είναι το δόγμα ότι η γνώση βασίζεται στην εμπειρία, ενώ ο συσχετισμός των εμπειρικών δεδομένων αποτελεί γνώση, αλλά δεν μπορεί να εκφράσει την αντικειμενική πραγματικότητα που δεν υπάρχει ανεξάρτητα από την εμπειρία. Ο von Glasersfeld επιμένει ν’ αναδιατυπώνει θέσεις που είχε διατυπώσει ο Russell (1948) στο «Human knowledge»10, όπου προσπαθούσε να “κατασκευάσει” τον υλικό κόσμο από δεδομένα των αισθήσεων και να τον αναπαραστήσει ως μια “λογική κατασκευή” δεδομένων των αισθήσεων. Ο αντικειμενικός κόσμος σύμφωνα με τους κονστρουκτιβιστές δεν υπάρχει ή δεν μας ενδιαφέρει αν υπάρχει· είναι μια λογική ανακατασκευή ή αναπαράσταση εμπειρικών δεδομένων ή άλλα σοφίσματα που επινοούν και θα επινοήσουν.
Αυτά τα φιλοσοφικά σοφίσματα δεν εφευρέθηκαν λοιπόν από τον Glasersfeld· ο Ένγκελς στο έργο του “Λουδοβίκος Φόιερμπαχ” απαντάει σε παρόμοιες θέσεις που είχαν διατυπωθεί από ιδεαλιστές φιλόσοφους στη διαδικασία εξέλιξης της φιλοσοφίας και της επιστήμης: «ο υλικός κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από κάθε φιλοσοφική θεώρηση. Αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μεγαλώσαμε εμείς οι άνθρωποι, που είμαστε προϊόντα αυτής της φύσης... θέση που εκφράστηκε από τον Φόιερμπαχ .. επαναφέροντας τον υλισμό στο θρόνο του...θέση που χαιρετίζεται με ενθουσιασμό από το Μαρξ στην ‘Αγία Οικογένεια’».11 Θ’ αναρωτηθεί ο αναγνώστης: μα σε “σύγχρονες” επιστημολογικές θεωρήσεις απαντάμε με “παλιά” επιχειρήματα που διατυπώθηκαν από τον Ένγκελς το 1888; Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν σίγουρα δεν είχαν ακούσει τον όρο κονστρουκτιβισμό, ήξεραν όμως να διακρίνουν καλά και ν’ αποδυναμώνουν με τα κατάλληλα επιχειρήματα τα ιδεαλιστικά σοφίσματα. Ο Λένιν στο έργο του “Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός” αναφέρεται συχνά σε έργα του Ένγκελς καθώς και στις θέσεις του Μαρξ για το Λ. Φόιερμπαχ, θεωρώντας ότι οι απόψεις που διατυπώνονται εκεί συνιστούν θεμελιώδεις θέσεις του διαλεκτικού υλισμού και αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα κατά των σοφισμάτων του ιδεαλισμού. Η αναφορά στους κλασικούς επιπρόσθετα αναδεικνύει το αβάσιμο του ισχυρισμού των “σύγχρονων” ιδεαλιστών επιστημολόγων και των πανεπιστημιακών εκφραστών τους, ότι η μαρξιστική θεωρία έχει ξεπεραστεί.
Μετά από τη μεθοδολογική παρένθεση επανερχόμαστε στο von Glasersfeld και στις αναφορές του για αποδόμηση των παραδοσιακών αντικειμενικών αντιλήψεων για τη φύση της επιστήμης. Όταν ο von Glasersfeld αναφέρεται στις απόψεις για αντικειμενικές αντιλήψεις της φύσης της επιστήμης, ανακατασκευάζει το φιλοσοφικό ζήτημα ύπαρξης αντικειμενικά ή όχι της πραγματικότητας: ουσιαστικά η διατύπωσή του στρέφεται κατά των υλιστικών απόψεων για την ανεξάρτητα από τη νόηση ύπαρξη του υλικού κόσμου, τις οποίες χαρακτηρίζει “παραδοσιακές”, δηλαδή ξεπερασμένες, όπως άλλωστε θεωρούν και το Μαρξισμό οι “σύγχρονοι” επιστημολόγοι. Όμως ο Ένγκελς στο έργο του για το Λ. Φόιερμπαχ εξηγεί: «ενώ ο υλισμός θεωρεί τη φύση ως το μόνο πραγματικό, στο χεγγελιανό  σύστημα η φύση είναι μονάχα η εξωτερίκευση της απόλυτης ιδέας, δηλαδή ο υλικός κόσμος είναι υποβάθμιση της ιδέας .. και μέσα σ’ αυτή την αντίφαση βολόδερναν όπως-όπως». 11 Συνεχίζει ο Λένιν στον “Υλισμό και εμπειριοκριτικισμό”: «Πώς μπορούν οι άνθρωποι που δεν τρελάθηκαν να ισχυρίζονται με τα σωστά τους ότι τάχα “η αισθητηριακή παράστασή μας (αδιάφορο ως προς πιο σημείο) είναι ακριβώς η έξω από μας πραγματικότητα”; Η γη είναι μια πραγματικότητα που υπάρχει έξω από μας. Η γη δεν μπορεί να συμπίπτει με την αισθητηριακή μας παράσταση.....γιατί η γη υπήρχε κι όταν δεν υπήρχαν ούτε άνθρωποι ούτε αισθητήρια όργανα ούτε ύλη οργανωμένη σε τέτοια ανώτερη μορφή....».12 Με τη σειρά μας θα συμπληρώσουμε ότι η γη υπήρχε, πριν ακόμα οι κονστρουκτιβιστές αποφασίσουν για τους επιστημολογικούς παράγοντες που θα  εξετάσουν ποιες εννοιολογικές δομές για τη γη είναι βιώσιμες. Θεωρείται σημαντικό σ’ αυτό το σημείο ν’ αναφερθεί ότι πολλές φορές γίνεται παράφραση των απόψεων του Ένγκελς για το ζήτημα του “Είναι” έξω από τον αισθητό κόσμο. Ο Ένγκελς στο “Αντι-Ντύρινγκ” αναφέρει: «Η ενότητα του κόσμου δεν έγκειται στο Είναι του [την ύπαρξή του], αν και το Είναι του αποτελεί προϋπόθεση της ενότητάς του, γιατί ο κόσμος για να μπορεί να είναι ενιαίος πρέπει πρώτα να υπάρχει. Το “Είναι” γενικά είναι ανοιχτό ζήτημα αρχίζοντας από το σύνορο όπου υπάρχει το οπτικό μας πεδίο. Η πραγματική ενότητα του Είναι συνίσταται στην  υλικότητά του και η υλικότητά του δεν αποδείχνεται με μερικές ταχυδακτυλουργικές φράσεις αλλά με τη μακρόχρονη κι επίμονη ανάπτυξη της φιλοσοφίας και της φυσιογνωσίας». Μια μεθοδολογία που ακολουθούν “σύγχρονοι” επιστημολόγοι είναι ν’ απομονώνουν φράσεις των κλασικών του Μαρξισμού και να κατηγορούν μετά τους υλιστές ως μεταφυσικούς ή υπερβατικούς. H ιδέα της υπέρβασης, δηλαδή της χάραξης διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στο φαινόμενο και στο πράγμα καθεαυτό, είναι μια παράλογη ιδέα που έχουν εισαγάγει οι ιδεαλιστές και οι αγνωστικιστές. Στο ζήτημα αυτό ο Λένιν σημειώνει την παρατήρηση του Φόιερμπαχ: «πόσο παράλογο είναι να παραδέχεται κανείς κάποια υπέρβαση από το κόσμο των φαινομένων στο κόσμο καθεαυτό, κάποιο αγεφύρωτο βάραθρο, που το έχουν δημιουργήσεις οι παπάδες και που το δανείστηκαν από αυτούς οι καθηγητές της φιλοσοφίας!» 12
            Στις δηλώσεις του von Glasersfeld υπονοείται ένα εξίσου μεγάλο φιλοσοφικό ζήτημα, σχετικά με το αν μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο, όταν ισχυρίζεται ότι η γνώση είναι σχετική. Η αμφισβήτηση της γνώσης του κόσμου εκφράστηκε και εκφράζεται από τους αγνωστικιστές (ή αλλιώς σχετικιστές, σύμφωνα με μια ανασκευή του όρου που προτιμούν οι κονστρουκτιβιστές) με σημαντικότερους και θεμελιωτές του ρεύματος τους Χιουμ και Καντ. Το ότι ανασκεύασαν τους όρους και οι “σύγχρονοι” επιστημολόγοι σήμερα αναφέρονται στο ρεαλισμό και στο σχετικισμό (με διάφορες αποχρώσεις από τον υποκειμενικό μέχρι τον αντικειμενικό ιδεαλισμό) αποκλείοντας τον όρο «διαλεκτικός υλισμός», δεν σημαίνει ότι και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν είναι καινούρια κατασκευάσματα. Στρουθοκαμηλίζουν με το να αποσιωπούν στη διεθνή βιβλιογραφία το διαλεκτικό υλισμό. Η απάντηση στον ανασκευασμένο σχετικισμό -αγνωστικισμό έρχεται από τον Ένγκελς που διατυπώνει μια από τις θεμελιώδεις θέσεις του διαλεκτικού υλισμού (στο “Λ. Φόιερμπαχ”): «Η πιο πετυχημένη αναίρεση αυτής της φιλοσοφικής λόξας [του αγνωστικισμού] είναι η πράξη, δηλαδή το πείραμα και η βιομηχανία. Αν μπορούμε να αποδείξουμε την ορθότητα της αντίληψής μας για ένα φυσικό φαινόμενο φτιάχνοντάς το μόνοι μας, παράγοντάς το από τους όρους του και επιπλέον κάνοντάς το να εξυπηρετεί τους σκοπούς μας, τότε ξοφλάει το ασύλληπτο “πράγμα καθεαυτό” του Καντ. Οι χημικές ουσίες που παράγονται στους ζωικούς και φυτικούς οργανισμούς παρέμεναν “πράγματα καθεαυτά” ως τη στιγμή που η οργανική Χημεία άρχισε να τις παρασκευάζει τη μια ύστερα από την άλλη. Έτσι το “πράγμα καθεαυτό” έγινε πράγμα για μας, όπως η αλιζαρίνη, η χρωστική ουσία του ριζαριού, που δεν τη βγάζουμε πια από τις ρίζες του ριζαριού που καλλιεργούμε στα χωράφια, μα πολύ φθηνότερα και απλούστερα από το κατράμι του πετροκάρβουνου. Το ηλιακό σύστημα του Κοπέρνικου τριακόσια χρόνια έμενε μια υπόθεση που πάνω της μπορούσες να στοιχηματίζεις... ωστόσο μια υπόθεση. Όταν όμως ο Λεβεριέ βασισμένος στα δεδομένα αυτού του συστήματος υπολόγισε όχι μόνο ότι υπάρχει ένας άγνωστος πλανήτης αλλά και τη θέση που πρέπει να βρίσκεται αυτός ο πλανήτης στον ουρανό και όταν αργότερα ο Γκάλε βρήκε αυτόν τον πλανήτη, τότε το σύστημα του Κοπέρνικου είχε αποδειχθεί ... Οι νεοκαντιανοί προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν τις καντιανές αντιλήψεις και οι αγνωστικιστές τις αντιλήψεις του Χιουμ ( που ποτέ  δεν είχαν εξαφανιστεί πέρα για πέρα)· αυτό επιστημονικά αποτελεί ένα βήμα πίσω σε σχέση με τη θεωρητική και πραχτική αναίρεσή τους που έγινε από καιρό..». Ο Ένγκελς στηρίζεται στα επιτεύγματα των Φυσικών Επιστημών, για να αποκαλύψει την κενότητα των επιχειρημάτων του αγνωστικισμού. Τα σημερινά επιτεύγματα της ποσοτικής, συνθετικής Χημείας, της Βιοχημείας, οι ανακαλύψεις της Βιολογίας  (γονίδιο, DNA, κ.ά.) ενισχύουν παραπέρα τις απόψεις του διαλεκτικού υλισμού. Ο Λένιν στο έργο του “ Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός” ασχολείται με τον αγνωστικισμό: « στη θέση της συνεπούς άποψης του Μπέρκλευ: ο εξωτερικός κόσμος είναι αίσθημά μου, έχουμε κάποτε την άποψη του Χιουμ: παραμερίζω το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κάτι πέρα από τα αισθήματά μου. Και η άποψη αυτή του αγνωστικισμού τους καταδικάζει αναπόφευκτα να ταλαντεύονται ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό»12. Στο ίδιο έργο ο Λένιν συνεχίζει: «Ποια είναι η ουσία της κατεύθυνσης του αγνωστικιστή; Ότι δεν προχωρεί πέρα από τα αισθήματα, ότι σταματά εντεύθεν των φαινομένων και αρνιέται να δει οτιδήποτε πέρα από τα αισθήματα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα το αξιόπιστο για τα ίδια τα πράγματα [αυτό αναφέρουν οι αγνωστικιστές], δηλαδή για τα πράγματα καθεαυτά, για τα αντικείμενα καθεαυτά, όπως έλεγαν οι υλιστές που τους καταπολέμησε ο Μπέρκλεϋ.»12 Στο ίδιο έργο διατυπώνεται η υλιστική αντίληψη, όταν ο Λένιν αναφέρεται στη θεωρία της αντανάκλασης: «ώστε λοιπόν η υλιστική θεωρία, η θεωρία της αντανάκλασης των αντικειμένων από τη σκέψη, εκτίθεται ... με πληρέστερη σαφήνεια: τα πράγματα υπάρχουν έξω από εμάς. Οι αντιλήψεις μας οι αναπαραστάσεις μας είναι είδωλα των πραγμάτων. Την επαλήθευση αυτών των ειδώλων, τη διάκρισή τους σε αληθινά και απατηλά, μας τη δίνει η πράξη»12- συμπληρώνοντας τις θέσεις που διατύπωσε ο Ένγκελς. Αν ακολουθήσουμε τη λογική των σχετικιστών –αγνωστικιστών– κονστρουκτιβιστών, τότε στο παράδειγμα που αναφέρει ο Ένγκελς δεν θα ανακαλύπταμε ποτέ τον πλανήτη Ποσειδώνα, γιατί αν ο Γ. Γκάλε σκεφτόταν κονστρουκτιβιστικά θα βάφτιζε υποκειμενική, σχετική την εμπειρία του, και το εργαλείο που χρησιμοποίησε για τις παρατηρήσεις του, το τηλεσκόπιο, “φακό διαστέβλωσης”.
Ο Antonio Bettencourt θ’ αναδείξει με σαφήνεια τις φιλοσοφικές ρίζες του κονστρουκτιβισμού, όταν με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στους κονστρουκτιβιστές, αναφέρει:  «... ο κονστρουκτιβισμός, είναι όπως ο ιδεαλισμός, υποστηρίζει ότι είμαστε γνωστικά απομονωμένοι από την πραγματικότητα της φύσης... Η γνώση μας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια χαρτογράφηση των μετασχηματισμών που επιτρέπονται από εκείνη την πραγματικότητα».13 Στην προσπάθειά του να θεμελιώσει στον ιδεαλισμό τον κονστρουκτιβισμό ο von Glasersfeld προχωρά για άλλη μια φορά σε θέσεις οντολογικές: «…Ο ριζοσπαστικός κονστρουκτιβισμός επομένως είναι  ριζοσπαστικός,  επειδή σπάζει τη σύμβαση και αναπτύσσει μια θεωρία της γνώσης στην οποία η γνώση δεν απεικονίζει μια “αντικειμενική” οντολογική πραγματικότητα, αλλά αποκλειστικά μια ταξινόμηση και μια οργάνωση ενός κόσμου που συνίσταται από την εμπειρία μας. Ο ριζοσπαστικός κονστρουκτιβιστής έχει εγκαταλείψει το “μεταφυσικό ρεαλισμό” μια για πάντα…». 8 Ο θεμελιωτής του κονστρουκτιβισμού αξιώνει ότι η γνώση είναι η κατάλληλη ταξινόμηση μιας εμπειρικής πραγματικότητας και ότι δεν υπάρχει καμιά λογική, προσιτή, υπερεμπειρική πραγματικότητα, ενώ σύμφωνα με αυτόν και πολλούς άλλους αντι-ρεαλιστές φιλόσοφους η αντικειμενικότητα της πραγματικότητας αποτελεί μεταφυσική υπόθεση. Αυτό το ζήτημα που θίγουν οι κονστρουκτιβιστές αποτελεί παλιό επιχείρημα των ιδεαλιστών, στο οποίο προτάσσει ο Μαρξ τη θεμελιακή θέση του διαλεκτικού υλισμού: «το ζήτημα αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική αλήθεια [γνώση], δεν είναι ζήτημα θεωρίας αλλά πράξης. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος ν’ αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το εντεύθεν της νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα» 11 (2η θέση Φόιερμπαχ). Και συνεχίζει: «επειδή ο Φόιερμπαχ δεν μένει ικανοποιημένος με την “αφηρημένη νόηση”, επικαλείται τη“συγκεκριμένη εποπτεία”... όμως δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως  “πραχτική” ανθρώπινη συγκεκριμένη δράση» 11 (5η θέση Φόιερμπαχ). Στο ίδιο πλαίσιο και ο Λένιν στον “Υλισμό και εμπειριοκριτικισμό” σχολιάζει: «πολλοί ιδεαλιστές και όλοι οι αγνωστικιστές (ανάμεσά τους οι οπαδοί του Καντ και του Χιουμ) χαρακτηρίζουν μεταφυσικούς τους υλιστές, γιατί κατά τη γνώμη τους το να δέχεται κανείς ότι υπάρχει ο εξωτερικός κόσμος, ανεξάρτητα από τη συνείδηση του ανθρώπου, σημαίνει υπέρβαση των ορίων της εμπειρίας».12
Προχωρώντας στη διαδικασία διερεύνησης των θέσεων του κονστρουκτιβισμού ας εξετάσουμε τις παιδαγωγικές του θέσεις, όπως διατυπώνονται από το Fleury: «…δύο φιλοσοφικές αρχές χαρακτηρίζουν τον κονστρουκτιβισμό... Η πρώτη είναι ότι η γνώση χτίζεται ενεργά από το γνωρίζον υποκείμενο... Η δεύτερη θεμελιώδης αρχή... [ είναι ότι ] η λειτουργία της γνώσης είναι να οργανωθεί ο εμπειρικός κόσμος κάποιου, όχι η ανακάλυψη μιας οντολογικής πραγματικότητας».5  Στους ίδιους τόνους ακολουθεί και ο Wheatley: «Η θεωρία του κονστρουκτιβισμού στηρίζεται σε δύο κύριες αρχές... Η μια δηλώνει ότι η γνώση δεν παραλαμβάνεται παθητικά, αλλά ενισχύεται ενεργά από το γνωρίζων υποκείμενο... Η δεύτερη δηλώνει ότι η λειτουργία της γνώσης είναι προσαρμοστική και εξυπηρετεί την οργάνωση του εμπειρικού κόσμου, όχι την ανακάλυψη της οντολογικής πραγματικότητας... Κατά συνέπεια δεν βρίσκουμε την αλήθεια, αλλά κατασκευάζουμε τις βιώσιμες εξηγήσεις της εμπειρίας μας.» 14
Ο ανυποψίαστος ερευνητής ή εκπαιδευτικός θα αναρωτηθεί: ποιο είναι το πρόβλημα σε αυτή τη θέση; Δεν είναι παιδαγωγικά αποδεκτό να συμμετέχει ο μαθητής στη διαδικασία της μάθησης, να εκφράζει ελεύθερα τις προσωπικές του απόψεις; Όταν όμως μιλούν για ενεργό συμμετοχή του μαθητή εννοούν ότι ο μαθητής κατασκευάζει τα υποκειμενικά του νοήματα για τον αντικειμενικό κόσμο. Αυτή είναι η σύγχρονη παιδαγωγική και επιστημολογική άποψη που υποστηρίζουν. Ο υλιστής Ένγκελς το 1878 αποφαίνεται στη “Διαλεκτική της Φύσης”: «Στις Φυσικές επιστήμες πρέπει να ξεκινάμε από τα δεδομένα γεγονότα,  δηλαδή πρέπει να ξεκινάμε από τις πραγματικές μορφές και τις μορφές κίνησης της ύλης· και στις θεωρητικές φυσικές επιστήμες δεν πρέπει να κατασκευάζουμε συσχετίσεις ανάμεσα στα γεγονότα, αλλά να τις ανακαλύψουμε σε αυτά και, από τη στιγμή που θα τις ανακαλύψουμε, πρέπει να τις επαληθεύσουμε πειραματικά στο βαθμό του δυνατού». 15 Η διαμάχη για την “κατασκευή” ή “ανακάλυψη”- επαλήθευση της γνώσης αποτελεί, όπως φαίνεται από τη διατύπωση του Ένγκελς, παλιό φιλοσοφικό ζήτημα διαμάχης ανάμεσα στον ιδεαλισμό και στον υλισμό και οι υλιστές δια στόματος Ένγκελς διατυπώνουν ότι δεν κατασκευάζουμε συσχετίσεις ανάμεσα στις μορφές της ύλης και της μορφές της κίνησής της, αλλά τις ανακαλύπτουμε και προσπαθούμε να εξετάσουμε πειραματικά την ισχύ τους. Επομένως ο κυρίαρχος όρος των κονστρουκτιβιστών για κατασκευή της γνώσης όχι μόνο δεν αποτελεί σύγχρονο κατασκεύασμα, αλλά και επιπρόσθετα δεν εισάγεται τυχαία. Σύμφωνα με τους ιδεαλιστές κονστρουκτιβιστές οι μη παρατηρήσιμες οντότητες όπως άτομα, ηλεκτρόνια, γονίδια, φορτία, ηλεκτρομαγνητικά κύματα) και οι εφαρμογές τους είναι ταξινόμηση εννοιολογικών σχημάτων του ανθρώπινου νου, ενώ όλες οι βιώσιμες απόψεις που αναπτύσσουν οι μαθητές γι’ αυτά είναι αποδεκτές.
Ένα σημαντικό στοιχείο των θεμελιωδών θέσεων του κονστρουκτιβισμού είναι η βιωσιμότητα της γνώσης, καθώς απόψεις που διατυπωθήκαν ήδη από το Μαχ («η γνώση είναι μια βιολογικά ωφέλιμη ψυχική βίωση... η έννοια είναι μια φυσική υπόθεση ωφέλιμη για δουλιά») ανασκευάζονται και χρησιμοποιούνται από τους κονστρουκτιβιστές. Στις θέσεις αυτές του Μαχ από το έργο του “Γνώση και πλάνη” απάντησε ο Λένιν: «η γνώση μπορεί να είναι βιολογικά ωφέλιμη, ωφέλιμη στη πράξη του ανθρώπου, στη διατήρηση της ζωής, στη διατήρηση του είδους, μόνο όταν αντανακλά την αντικειμενική αλήθεια, την ανεξάρτητη από τον άνθρωπο. Για τον υλιστή η “επιτυχία” της ανθρώπινης πράξης αποδείχνει τη συμφωνία των παραστάσεών μας με την αντικειμενική φύση των πραγμάτων που αντιλαμβανόμαστε. Για τον σολιψιστή [ακραία μορφή ιδεαλισμού] “επιτυχία” είναι καθετί που μου χρειάζεται στη πράξη, που μπορεί να τη βλέπει κανείς χωριστά από τη θεωρία της γνώσης. Αν συμπεριλάβουμε στη βάση της θεωρίας της γνώσης το κριτήριο της πράξης, φτάνουμε αναπόφευκτα στον υλισμό, λέει ο μαρξιστής. Η πράξη μπορεί να είναι υλιστική, η θεωρία είναι άλλο κεφάλαιο, λέει ο Μαχ». 12 Όταν μιλούν οι κονστρουκτιβιστές για βιωσιμότητα της γνώσης, με όρους Μαχ που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα και από τον Dewey για τη θεμελίωση του πραγματισμού, ουσιαστικά διατυπώνουν ιδεαλιστικά σοφίσματα, τα οποία έχουν στόχο να ξεκόψουν τη θεωρία από την πράξη, τέχνασμα που χρησιμοποιούν οι ιδεαλιστές από την εποχή που αναπτύσσεται η φιλοσοφία στην αρχαία Ελλάδα, όταν η αριστοκρατική θεωρία (μαθηματικά, αστρονομία, ιατρική) είναι αποκομμένη από την πληβεία πράξη (χημεία -μεταλλουργία, μέθοδοι οξείδωσης, αναγωγής).
            Την προσπάθεια των κονστρουκτιβιστών για αποδόμηση των παραδοσιακών αντιλήψεων των εκπαιδευτικών γύρω από την ύπαρξη την πραγματικότητας ακολουθεί η αποδόμηση της μάθησης των μαθητών. Θα συμφωνήσουμε με τους κονστρουκτιβιστές ότι η μάθηση πρέπει να γίνει μέσα από δραστηριότητες, μέσα από την πράξη, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει στο ιδεαλιστικό πλαίσιο του κονστρουκτιβισμού εξαιτίας των εσωτερικών του αντιφάσεων. Η τακτική που ακολουθούν οι κονστρουκτιβιστές στα σχολικά εγχειρίδια είναι ο διαχωρισμός της σχολικής από την επιστημονική γνώση. Θα συμφωνήσουμε ότι οι μαθητές κατά μια έννοια θ’ ανακαλύπτουν - και όχι ότι θα κατασκευάζουν - τη γνώση  ανάλογα με την ηλικία τους, εφόσον είναι αδύνατο να καταλάβουν οι μαθητές τη θεωρία της σχετικότητας στο Δημοτικό, διότι δεν έχουν το κατάλληλο γνωστικό υπόβαθρο. Όταν όμως οι κονστρουκτιβιστές εννοούν διαχωρισμό επιστημονικής από σχολική γνώση, υπονοούν ότι ο κάθε μαθητής θ’ αποχτήσει την υποκειμενική του άποψη για τον κόσμο και ο διαχωρισμός αυτός γίνεται εμφανής, όταν η επιστημονική γνώση παρουσιάζεται στα βιβλία σαν κάτι εξωτερικό της μάθησης, όπως χαραχτηριστικά φαίνεται στα βιβλία του Δημοτικού με τον “καραφλό και ξεμαλλιασμένο επιστήμονα” που τη διατυπώνει ή με τις κάρτες του βιολόγου που παρουσιάζουν σαν τηλεπαιχνίδι την επιστημονική γνώση. Το πρόβλημα βέβαια είναι και μεθοδολογικό, διότι οι μαθητές χάνονται σε δραστηριότητες –«οι ιδεαλιστές βολοδέρνουν στις εσωτερικές τους αντιφάσεις»– που πολλές φορές είναι άσχετες με το αναμενόμενο συμπέρασμα ή που δεν καταλήγουν σε κάποιο συμπέρασμα.  Η γνώση του ηλιακού συστήματος και των πυραύλων γίνεται χαρτοκοπτική κατασκευή που θα μπορούσε να γίνει στο Νηπιαγωγείο και όχι στην Στ΄ Δημοτικού και σε καμιά περίπτωση δεν σχετίζεται με τον αναμενόμενο σχολικό στόχο, ενώ οι μαθητές καλούνται να ερμηνεύσουν (ατομικά) τον τρόπο κατασκευής της στολής του αστροναύτη, στολή που απαίτησε πολύ τεχνογνωσία για να κατασκευαστεί. Ο μικρός μαθητής Θαλής μαθαίνει για την επιστήμη από την εγκυκλοπαίδεια, αργότερα ίσως από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κι ο δάσκαλος “αποδομημένος” από τον κονστρουκτιβισμό δεν παίζει κανένα ρόλο στη μάθηση. Οι μαθητές “αποδομημένοι” θα έρθουν αργότερα στο Γυμνάσιο, για να διδαχθούν Χημεία στο πλαίσιο της “εποικοδόμησης της γνώσης”, όπου η επιστήμη του μικρόκοσμου έχει μετατραπεί σε επιστήμη του μαγειρέματος και του ανακατέματος, σε Χημεία με αλχημιστικές και μυστικιστικές διαστάσεις, εφόσον εκλείπει οποιαδήποτε εξήγηση σε μικροσκοπικό επίπεδο, δηλαδή με την ατομική θεωρία. Και “αποδομημένοι” και αποστεωμένοι οι μαθητές θα δυσκολευτούν με τις Φυσικές Επιστήμες στο Λύκειο, ενώ οι πανεπιστημιακοί αργότερα θα διερωτώνται για το χαμηλό επίπεδο των εισερχόμενων φοιτητών!

Συμπερασματικά
Η επεξεργασία των θεμελιωδών θέσεων του κονστρουκτιβισμού απαιτεί λεπτομερή προσοχή. Τα κυριότερα στοιχεία του είναι η υποκειμενική εμπειριοκρατία, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός (αγνωστικισμός), ο υποκειμενικός ιδεαλισμός. Οι κονστρουκτιβιστές αναφέρονται στις πραγματικότητες της ανθρώπινης μάθησης και της επιστήμης, πράγμα που δημιουργεί πρόβλημα για τους ίδιους, εφόσον η πραγματικότητά τους καταρρέει στην “εμπειρία της ατομικής (υποκειμενικής) πραγματικότητάς μου”. Αυτό είναι συγκρίσιμο: το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την πραγματικότητα στην κλασική εμπειριοκρατία του επίσκοπου G. Berkeley (θεμελιωτή του υποκειμενικού ιδεαλισμού) και δεν διατυπώνεται τυχαία, όπως δείξαμε, από τους κονστρουκτιβιστές.
            Οποιαδήποτε επιστημολογία που διατυπώνει το πρόβλημα της γνώσης από την άποψη ενός υποκειμένου που εξετάζει ένα αντικείμενο και διερωτάται πόσο καλά η εμπειρία ή οι αισθήσεις του αντανακλούν τη φύση ή την ουσία του αντικειμένου, είναι υποκειμενικός εμπειρισμός, ακόμα κι όταν συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αισθητηριακή εμπειρία καθόλου δεν απεικονίζει τις ιδιότητες των αντικειμένων. Οι αξιώσεις αυτές δεν διαφέρουν από το απλό και καταστροφικό επιχείρημα του επισκόπου Berkeley στην “πραγματεία”  του:  «όσο για τις αισθήσεις μας, από αυτές έχουμε τη γνώση  μόνο των αισθημάτων μας, ιδεών, ή εκείνων των πραγμάτων που γίνονται άμεσα αντιληπτά από τις αισθήσεις, ή όπως αλλιώς τις αποκαλεί κάποιος: αλλά δεν μας ενημερώνουν ότι τα πράγματα υπάρχουν χωρίς τη νόηση...». Οι σύγχρονοι κονστρουκτιβιστές χρησιμοποιούν πολλούς όρους, για να διατυπώσουν τον υποκειμενικό εμπειρισμό τους, άλλοτε χρησιμοποιούν όρους αριστοτελικούς άλλοτε του Locke, συνεχίζουν με σχετικισμό –αγνωστικισμό, για να καταλήξουν με συνέπεια στον ιδεαλισμό του επισκόπου Berkeley.
            Μέσα στην εμπειρικιστική παράδοση, με την υποκειμενική μορφή που της δίνουν οι κονστρουκτιβιστές, η δυνατότητα της γνώσης αποδυναμώνεται, καθώς ισχυρίζονται ότι το μυαλό είναι ενεργό στη γνώση μόνο με υποκειμενισμό. Η δυνατότητα της γνώσης εξατμίζεται, μόλις υποστηρίζεται ότι τα άμεσα αντικείμενα της διανοητικής ικανότητας είναι εντυπώσεις αισθημάτων παρά η ίδια η φύση. Ενώ ο υλισμός θεωρεί τη φύση ως το μόνο πραγματικό, στο κονστρουκτιβιστικό σύστημα η φύση είναι η εξωτερίκευση της απόλυτης ιδέας, δηλαδή με άλλα λόγια η υποβάθμιση της ιδέας! Η σκέψη και το νοητικό της προϊόν, η ιδέα ή η αντίληψη, είναι για τους κονστρουκτιβιστές το πρωταρχικό, ενώ η φύση είναι το παράγωγο, που υπάρχει μόνο και μόνο γιατί καταδέχτηκε η ιδέα να κατέβει ως αυτό το σημείο. Και μέσα σ’ αυτές τις αντιφάσεις προσπαθούν ν’ “αποδομήσουν” τις παραδοσιακές αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η φύση όμως υπάρχει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε οντολογική θεώρηση. Αποτελεί τη βάση στην οποία μεγαλώσαμε εμείς οι άνθρωποι και υπήρχε πριν καταδεχτούμε να διατυπώσουμε νόμους και “μη παρατηρήσιμες” οντότητες. 
            Σ’ αυτές τις φιλοσοφικές βάσεις δομούνται οι “σύγχρονες μεταρρυθμίσεις” που βασίζονται στην “έρευνα της Διδακτικής”, δηλαδή στον κονστρουκτιβισμό. Τα προγράμματα σπουδών ανασκευάζονται, η ατομική θεωρία, επειδή αντανακλά την υλιστική θεώρηση του κόσμου, βγαίνει εκτός ύλης, ενώ σύγχρονοι ιδεαλιστές επιστημολόγοι (Chalmers) θεωρούν την ατομική θεωρία εμπόδιο για την ανάπτυξη της επιστήμης. Το ίδιο συμβαίνει με την εξέλιξη: ενώ θα μπορούσε να είναι η βάση του αναλυτικού προγράμματος της Βιολογίας και πάνω σ’ αυτή τη θεώρηση να εξηγηθούν οι νέες ανακαλύψεις της Γενετικής, βρίσκεται εκτός ύλης. Επεισόδια όπως η εξέλιξη, η ατομική θεωρία, δεν χωράνε στο αναλυτικό πρόγραμμα. Η διδασκαλία της Χημείας, όπως σημειώνεται στο βιβλίο του καθηγητή της Γ΄ Γυμνασίου, πρέπει να ξεφύγει από τις αρχές της επιστήμης! Τα νέα βιβλία που διδάσκονται στην  Αυστραλία αναφέρουν: «Στοιχεία Χημείας: Γη, νερό, αέρας, φωτιά», δηλαδή τα στοιχεία της Χημείας είναι τα στοιχεία  του Αριστοτέλη...
            Όσο για την ομοφωνία που ισχυρίζεται ο πρόεδρος της NARST ότι θα φέρει ο κονστρουκτιβισμός στην επιστημονική κοινότητα, ως απάντηση παρατίθεται η κριτική του Αμερικανού καθηγητή Suchting: «Καταρχάς ένα μεγάλο μέρος του δόγματος γνωστού ως “κονστρουκτιβισμός” ... είναι απλά ακατανόητο. Δεύτερον, μέχρι το σημείο που είναι καταληπτό... είναι απλά μπερδεμένο. Τρίτον, υπάρχει μια πλήρης απουσία οποιουδήποτε επιχειρήματος για οποιεσδήποτε θέσεις του που μπορούν να κατανοηθούν... Γενικά, μακριά από τη θεώρηση του τι πραγματικά είναι η “νέα” εποχή στη φιλοσοφία της επιστήμης, ένα ελαφρά διορατικό αυτί μπορεί να ανιχνεύσει τη γνωστή φωνή μιας πραγματικά αρκετά πρωτόγονης, παραδοσιακής υποκειμενιστικής εμπειριοκρατίας με μερικούς αρμονικούς ήχους “διαφορετικής” προέλευσης όπως από τον Piaget και τον Kuhn» .13 Το ότι είναι ακατανόητος ο κονστρουκτιβισμός αποτελεί σύμπτωμα ανορθολογισμού, εσωτερικής αντίφασης του ιδεαλισμού (όπως χαραχτηριστικά αναφέρει ο Ένγκελς: «βολόδερναν [οι ιδεαλιστές] στις αντιφάσεις τους»), αλλά παράλληλα είναι έντεχνα διατυπωμένος, για να εγκλωβίζει μέσα στον ιστό της αράχνης - κατασκευασμένο από δυσνόητους όρους - ανυποψίαστους ερευνητές και εκπαιδευτικούς.
Η λεπτομερής εξέταση των φιλοσοφικών του βάσεων αναδεικνύει το πόσο “μεταμοντέρνος και σύγχρονος” είναι.  Δεν αποφέρει στην πραγματικότητα της σχολικής τάξης τίποτα περισσότερο από σύγχυση, υποβάθμιση και λανθασμένη αντίληψη για τον κόσμο και όχι τυχαία. Ας θυμηθούμε τη διαφορά του ιδεαλιστικού και του υλιστικού φιλοσοφικού συστήματος όπως διατυπώνεται εύστοχα και λιτά από τον Μαρξ: «οι φιλόσοφοι ερμήνευαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Κάτω από το μανδύα της “παιδαγωγικής δημοκρατίας” του κονστρουκτιβισμού κρύβεται η αγωνία αποφυγής οποιασδήποτε προσπάθειας αλλαγής του κόσμου. Οι μαθητές “δημοκρατικά” κατασκευάζουν τον “προσωπικό” τους κόσμο για να απομονωθούν σ’ αυτόν συντηρώντας τη καπιταλιστική πραγματικότητα. Αυτή είναι η κυρίαρχη κοσμοθεωρία  του ιμπεριαλισμού που επιθετικά προβάλλεται ως στάση ζωής από τις βιομηχανίες εκπαίδευσης των ΗΠΑ. Όταν εννοούν οι κονστρουκτιβιστές ότι πρέπει να σκεφτόμαστε, να δρούμε κονστρουκτιβιστικά, εννοούν να σκεπτόμαστε ιδεαλιστικά, να δρούμε ατομικά και έτσι αποδυναμωμένοι να ατενίζουμε παθητικά τον κόσμο, αντί να προσπαθούμε να τον αλλάξουμε. Η πάλη για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης περνά αναγκαστικά από το φιλοσοφικό επίπεδο. Γιατί στη φιλοσοφία «κατά κύριο λόγο, γιατί εδώ, όπως στα σπέρματα, όπως στα γονίδια, κρύβονται, χωρίς να έχουν ακόμα αναπτυχθεί, μα αρκετά σαφή, τα πλαίσια και τα σχήματα των μελλοντικών θέσεων (και διαφωνιών) πάνω σε συγκεκριμένα φλέγοντα προβλήματα, τόσο σημερινά, που έχουν ήδη διαμορφωθεί, όσο και μελλοντικά που μόλις αρχίζουν να διαφαίνονται». 17

Βιβλιογραφία
  1. Yeany, R. H.: 1991, A Unifying Theme in Science Education?”, NARST News 33(2), 1-3.
  2. Matthews, M.R.: 1995, Challenging New Zealand Science Education, Dunmore Press, Palmerston North.
  3. Αλαχιώτης, Σ.: 2002δ, Για ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστηµα. Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών θεµάτων, Νο 7, 7-18, Αθήνα, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο
  4. Pépin, Y.: 1998, Practical Knowledge and School Knowledge: A Constructivist Representation of Education”.   Στο: M. Larochelle, N. Bednarz & J. Garrision (Eds.), Constructivism and Education, Cambridge University Press, σσ. 173-192.
  5. Fleury, S.C.: 1998, Social Studies, Trivial Constructivism, and the Politics of Social Knowledge”. Στο: M. Larochelle, N. Bednarz & J. Garrision (Eds.), Constructivism and Education, Cambridge University Press, σσ. 156-172.
  6. Tobin, K.: 1991, Constructivist Perspectives on Research in Science Education”, paper presented at the annual meeting of the National Association for Research in Science Teaching, Lake Geneva, Wisconsin.
  7. Matthews, M.R.: 2000, “Constructivism in Science and Mathematics Education”.  Στο: D.C. Phillips (ed.), National Society for the Study of Education, 99th Yearbook, Chicago, University of Chicago Press, σσ. 162.
  8. Glasersfeld, E. von: 1987, Construction of Knowledge”, Intersystems Publications, Salinas CA.
  9. Glasersfeld, E. von: 1989, “Cognition, Construction of Knowledge and Teaching”, Synthese, 80(1), 121-140.
  10. Russell, B.: 1948, “Human knowledge: Its scope and limits”. New York: Simon & Schuster.
  11. Ένγκελς, Φ.: 1888, εκδ. 1995, “Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής, γερμανικής φιλοσοφίας”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
  12.  Λένιν, Β.: “Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός”, Άπαντα, τόμος 18., εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
  13. Bettencourt, A.: 1993, “The Construction of Knowledge: A Radical Constructivist View”Στο: K. Tobin (ed.) The Practice of Constructivism in Science Education, AAAS Press, Washington, DC., 39-50.
  14. Wheatley, G.H.: 1991, “Constructivist Perspectivists on Science and Mathematics Learning, Science Education, 75(1), 9-22.
  15. Ένγκελς  Φ.: (1878, 2001). “Η διαλεκτική της φύσης”, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα.
  16. Suchting, W.A.: 1992, “Constructivism Deconstructed”, Science & Education, 1(3), 223-254.
  17. Ιλιένκοφ Ε.: 1988, “Η διαλεκτική του Λένιν και η μεταφυσική του Θετικισμού”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.






* Η Μ.Κουσαθανά είναι χημικός-εκπαιδευτικός στο Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών, Δρ Διδακτικής Φυσικών Επιστημών και συνδιδάσκουσα  Διδακτική Φυσικών Επιστημών στο μεταπτυχιακό (ΔιΧηΝΕΤ) του Χημικού τμήματος ΕΚΠΑ και ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου